Blog

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015 11:42

Η Ρωμιοσύνη και η Ελληνικότητα ή Δύο διερμηνείς σε συνέδριο εικαστικών τεχνών

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(3 ψήφοι)

art project

Πριν από δέκα περίπου ημέρες δουλέψαμε με τη Βάλια σε ένα συνέδριο εικαστικών τεχνών. Παρ’ όλο που έχουμε σχετική εμπειρία στο αντικείμενο υπήρξαν στιγμές που θέλαμε να βάλουμε το κεφάλι μας κάτω από την κονσόλα και να κλάψουμε ή να το χτυπήσουμε (ή και τα δύο). Μη με παρεξηγήσετε. Ο διοργανωτής ήταν άψογος. Υπόδειγμα διοργανωτή. Κατάλαβε ότι για να του κάνουμε τη δουλειά, πρέπει να μας στείλει υλικό για να προετοιμαστούμε και όντως μας έστειλε. Κατάλαβε ότι όταν ο ομιλητής έχει γραμμένη την ομιλία του και διαβάζει από το χαρτί του όσο πιο γρήγορα μπορεί, δεν μπορεί κανείς να τον παρακολουθήσει σε καμία γλώσσα και πήγε και του ψιθύρισε να μιλάει ελαφρώς πιο σιγά. Έκανε δηλαδή όλα αυτά που πρέπει να κάνει ένας διοργανωτής, αν θέλει το συνέδριό του να έχει επιτυχία και να εξασφαλίσει σε όσους δουλεύουν εκείνη την ημέρα τις ιδανικές συνθήκες για να του φέρουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.


Η θεματική επίσης του συνεδρίου ήταν τρομερά ενδιαφέρουσα. Ήταν ένα συνέδριο, που εγώ προσωπικά αν το παρακολουθούσα ως σύνεδρος θα κούναγα την ουρά μου για τρεις μέρες μετά.
Τότε τι συνέβη; Δεν γράφω φυσικά αυτό το ποστ για να σας πω πόσο τέλεια ήταν όλα. Θέλω να θίξω ένα θέμα. Τι κάνει ο διερμηνέας όταν ακούγεται μια λέξη που δεν μεταφράζεται; Δεν αναφέρομαι σε λέξεις όπως φιλότιμο, λεβεντιά κτλ, οι οποίες στο κάτω κάτω μπορούν να αποδοθούν με μια συνώνυμη και ας μην έχει το ίδιο ειδικό βάρος, αλλά για λέξεις-κλειδιά στο λόγο του ομιλητή, οι οποίες επαναλαμβάνονται συνεχώς και χωρίς αυτές οι ακροατές δεν μπορούν να καταλάβουν τίποτε από τα λεγόμενα.


Στη δική μας περίπτωση, ο εξαιρετικός Κώστας Χριστόπουλος μίλησε για την μεταπολεμική τέχνη στην Ελλάδα αλλά και για τη γενιά του ’30. Ανέφερε εννιά (9) φορές τη λέξη «ρωμιοσύνη» και εφτά (7) φορές τη λέξη «νέο-ελληνικότητα». Οι όροι αυτοί είναι πολύ δύσκολο να μεταφραστούν, πόσο μάλλον να διερμηνευτούν. Ας μην ξεχνάμε ότι στη διερμηνεία ο λόγος είναι προφορικός και ζωντανός. Ο διερμηνέας δεν έχει χρόνο να εξηγήσει τους όρους περιφραστικά, ούτε να βάλει υποσημειώσεις και σημειώσεις. Τις περισσότερες φορές δεν έχει καν την επιλογή να συζητήσει με τον ομιλητή και να δει μήπως υπάρχει κάποια απόδοση που χρησιμοποιεί ο ίδιος στα άρθρα και τα συγγράμματά του για να αποδώσει τις λέξεις αυτές. Θα πρέπει να παραμείνει ψύχραιμος για αρχή, να πει κάτι οπωσδήποτε, ακόμη και αν δεν θα το έγραφε ούτε νεκρός σε γραπτή μετάφραση και να προσπαθήσει όπου βρει χρόνο και ευκαιρία να βάλει σφήνα, μία γρήγορη περιφραστική εξήγηση του όρου. Νομίζω ότι εκείνη την ημέρα χρησιμοποιήσαμε το “neo-hellenicity” για τη δυστοπική νεοελληνικότητα της τέχνης του Τάσσου σε αντιδιαστολή με την ουτοπική νεοελληνικότητα της τέχνης πχ του Φασιανού. Δεν ισχυρίζομαι ότι είναι η καλύτερη λύση. Πες στην καλύτερη λύση ακόμη την ψάχνω. Ισχυρίζομαι απλά ότι ο διερμηνέας δεν έχει πάντα την πολυτέλεια της καλύτερης δυνατής λύσης. Και ίσως ότι κάποιες φορές η «καλύτερη λύση», δεν είναι η καλύτερη. Αλλά, the show must go on.


Στο τέλος όλα πήγαν καλά, και από τις ερωταπαντήσεις καταλάβαμε ότι το κοινό κατάλαβε τι ήθελε να πει ο ομιλητής, και συμμετείχε με σχόλια. Το επιμύθιο: Διάβασμα, διάβασμα και διάβασμα. Το μόνο που σε σώζει είναι στην τελική να ξέρεις τι διαφορά ανάμεσα στη ρωμιοσύνη και στην ελληνικότητα και αν την ξέρεις θα βρεις ένα τρόπο να τις μεταφράσεις, να ξέρεις ότι o όρος «Aufhebung» στον Χέγκελ είναι η λεγόμενη άρση ή αναίρεση στα ελληνικά, ακόμη και αν η γλώσσα του συνεδρίου είναι στα αγγλικά και να έχεις την ψυχραιμία να πεις «απογραφειοκρατικοποίηση» ακόμη και αν δεν έχεις ξανακούσει ποτέ αυτή τη λέξη.


Και φυσικά, να σε πάει ο συνάδελφος για ένα ποτό μετά.

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015 11:54
Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια